
Ήταν Απρίλιος 2014. Σάββατο 23:55 ξημερώματα, σηκώθηκα από τον υπολογιστή (τον είχα στο απέναντι κρεβάτι) να πιω ένα ποτήρι νερό γυρνάω στο δωμάτιο εσύ στο απέναντι κρεβάτι. Σε κοιτάω , μόλις βλέπω την τελευταία σου ανάσα. Έφυγες μαμά.
Δύο χρόνια+… δόθηκε η μάχη από την ανίατη ασθένεια. 24 Απριλίου έχει γενέθλια ο αδερφός μου. 26 με ξημερώματα 27 εσύ φεύγεις και στις 29 είναι τα δικά μου γενέθλια.
Όταν έχεις δίπλα σου τον άνθρωπο που δίνει μάχη θέλεις ή δεν θέλεις σε πιάνουν τα υπαρξιακά σου. (Σ.σ. Προσέγγιση της υπαρξιακής ψυχολογίας είναι ο Ίρβιν Γιάλομ που γνώρισα μετέπειτα μέσα από τα βιβλία του και παρακολούθησε ιδιωτικές συνεδρίες του. Και με βοήθησε με το θέμα αυτό.)
Λίγο αυτός, λίγο το νόημα της ζωής, ποιος είμαι Πού πάω κλπ αλλά και η παρατηρητικότητα μου με βοήθησαν να δω τη ζωή διαφορετικά, να την φιλοσοφήσω και να ζω διαφορετικά και με δύναμη.
Όπως για παράδειγμα δεν ξαναέκανα ποτέ δύο δουλειές, έτσι χωρίς λόγο όπως έκανα πιο μικρή. Άρχισα να μοιράζομαι το χρόνο μου με ανθρώπους που περνάω καλά και σταμάτησα να βγαίνω με αυτούς που με εκμεταλλευόντουσαν απλά για να έχουν μία παρέα. Με τη βοήθεια της Φρόσως, θα αναφερθώ εκτενώς μελλοντικά σε αυτήν κάποια στιγμή, με βοήθησε να δω τις αδυναμίες μου..κλπ

Με λίγα λόγια αναθεώρησα ανασυγκροτήθηκα και αναγνώρισα ότι έμεινα μόνη μου, πια.
Ήμουν 26 χρόνων όταν ο ασθένησες και 28 όταν έφυγες. Ξαφνικά η ζωή μου εκείνη τη μέρα όταν δούλευα στο εμπορικό κέντρο mediterranean cosmos, ήρθε ο πατέρας μου με τον αδερφό μου να μας ανακοινώσει με λίγα λόγια ότι έχουμε να παλέψουμε με το χάρο. Πώς άνοιξε την πόρτα απρόσκλητος χωρίς να έχουμε κάποια γονιδιακή ιστορία. Κατεδαφίζεται η ζώη μου, σταματά ο χρόνος, έχουνε μάχη θα κάνουμε τα πάντα. Καρκίνος Ωοθηκών σε συνδυασμο επιθετικός- μεταστατικός. Χριστέ μου, τι κακό μας βρήκε. Η μαμά μου είναι νέα ακόμα. 3-6 μήνες ζωής. Για δυο χρόνια…για να είμαι απόλυτα ελικρινής μαζί σου.. ακόμη και τώρα νομίζω ότι είναι εφιάλτης, κάποιος θα με ξυπνήσει και θα είναι αύριο εδώ.Εκείνη την πόρτα που δεν ήθελε κανείς να ανοίξει, αλλά ήρθε κάπως βίαια.
25 μέρες πριν μαθευτεί οι γοινείς μου είχαν σταματήσει τις δουλείες του και αποφάσισαν να ζήσουν τη ζωή με λιγότερες υποχρεώσεις. Το οπόιο συτήριζα φανατικά! Μου το είχαν ανακοινώσει ότι θα έπρεπε να προσέχω πλέον μόνη μου το σπίτι και τους παρότρυνα να μη με σκέφτονται. Η ζωή τους πάντα ήτανε δουλειά δουλειά δουλειά.!!!!! Δεν ήταν άνθρωποι της διασκέδασης αντιθέτως άνθρωποι που δούλεψαν αρκετά για να δώσουν στα παιδιά τους μία δουλειά, ένα σπίτι.
Όταν αποφάσισαν να κάνουνε διάλειμμα λοιπόν από τη ζωή και τις υποχρεώσεις έρχεται η ασθένεια και μας χτυπάει την πόρτα. Οι γιατροί μας έδιναν 3-6 μήνες ζωής. Τελικά κράτησε δύο χρόνια.
26 χρονών τότε ήμουν, έλεγα όχι θα τα καταφέρουμε η μητέρα μου ήταν νέα 47χρονων εκείνη τότε.
Ήταν η ελπίδα και η πίστη μου που σαν οδηγό τα είχα στο κούτελο μου γραμμένα, προσευχόμουν πρωί βράδυ προσευχόμουν και ήλπιζα. Μέχρι τις τελευταίες ημέρες έπειτα από δύο χρόνια μάχης δεν είχα καταλάβει…Δεν ήξερα ότι είχε πέσει σε κώμα. Μου το είχε πει ο θείος τότε.(ως απάντηση όταν το είπα μόλις φτάσει η Δευτέρα Να την πάμε στο νοσοκομείο για να φάει από τον ορό) Δεν ήξερα τι σήμαιναν αυτές οι βαριές ανάσες που συνεχιζόταν μία εβδομάδα.
Κάποια στιγμή φεύγουν όλοι, από το σπίτι….
Της πιάνω το χέρι. Της εξηγώ πως θα ήθελα να μείνει εδώ να μας δει να μεγαλώνουμε, να δεί εγγονάκια, πώς έχουμε πολλά ακόμα να δώσουμε μεταξύ μας. Από τη δεξιά πλευρά του ματιού βλέπω ένα δάκρυ να κυλάει με φόρα… Λέω αποκλείεται. Μετά βγαίνει και στα αριστερά.. Δεν ξέρω πώς γίνεται ένας άνθρωπος σε κώμα μόνο απλά ανασαίνει να κλαίει. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως ο άνθρωπος που βρίσκεται σε κώμα ακούει αντιλαμβάνεται σκέφτεται. Καταλαβαίνω πως με ακούει… Συνεχίζοντας να κρατώ το χέρι της λέω πως ” αν είμαι εγώ η αιτία που Δεν φεύγεις,Αν ισχύει αυτό που λένε ότι οι άνθρωποι που αγαπάνε τους ανθρώπους και δεν τους αφήνουν να φύγουν εκείνοι μένουν και ταλαιπωρούνται, τότε ναι σε αφήνω να φύγεις, δε θέλω αλλά..(…)” Συνέχισα μετά να της λέω διάφορα σα να προσπαθώ να την πείσω να παλέψει κι άλλο. Ήξερα όμως ότι μάταια προσπαθούσα… Και λύγισα μπροστά της. Δεν έκλαιγα ποτέ μπροστά της. Φρόντιζα να είμαι εκτός σπιτιού είτε μέσα στο αμάξι είτε στο δρόμο. Για να μην τη στεναχωρώ. Για να μην αισθανθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο ότι δεν έχουμε δύναμη και ότι δεν θα τα καταφέρουμε.
Και κάπως έτσι έφυγε.
Αυτό που βίωσα τις επόμενες ημέρες= έβλεπα πως ο θάνατος της μητέρας μου+σε συνδυασμό με το ότι δεν είχα ένα χέρι να ακουμπήσω= γνώριζα πως είχε δύο αντίθετες παραμέτρους. Ή θα με ανέβαζε ψηλά ή θα με κατέβαζε στον πάτο. Συνειδητοποίησα ότι δεν θα με αφήσει να κατέβω κάτω όταν…. Από το πολύ κλάμα ένιωσα το λαιμό μου αίμα. Θυμάμαι ήμουν τόσο μικρή και ίσως λίγο ανόητη που για να μην ακούγομαι στους γείτονες είχα σχεδόν μπει στην ντουλάπα (και καλά ότι δε θα με ακούει κανείς) αντιλαμβάνομαι αυτή τη γεύση αίματος το στόμα πηγαίνω στο νεροχύτη φτύνω, και στο σάλιο μου είδα αίμα. Πείσμωσα και είπα, κοίτα μαμά θα τα καταφέρω.
Δεν ξέρω αν ήταν σοβαρό ή όχι ξέρω ότι η ψυχή μου πονούσε. Ξέρω πως αν ισχύει ότι οι άνθρωποι που φεύγουν είναι εδώ, Ναι ξέρω ότι δεν θα ήθελε να με δει έτσι.
Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή την εικόνα και τη γεύση αλλά περισσότερο την τρομάρα που πήρα. Το επανέλαβα στο νεροχύτη και πάλι το ίδιο. Ήταν σαν να έβλεπα την ψυχή μου να πονάει σε εικόνα. Συγνώμη μαμά, έμεινα μόνη δεν ήξερα τι να κάνω.
Θα ήθελα να έχω συγγενείς που να μπορώ να ακουμπήσω πάνω τους.. έστω για λίγο μέχρι να σηκωθώ να ορθοποδήσω. Να μου δώσουν αγάπη και φροντίδα, που τόσο χρειαζόμουν εκείνο το διάστημα.
Όχι δεν ήθελα να ακούω ότι αν ταλαιπωρήθηκε ήταν καλύτερα που έφυγε. Όχι γιατί ήταν μικρή μόνο 49 χρόνων. Όχι γιατί όταν με φώναζες στην κουζίνα να μάθω να μαγειρεύω σύμφωνα και με τα δικά της, εγώ της έλεγα έχουμε χρόνια ακόμα. Όχι γιατί συνειδητοποίησα όταν κοίταξα πίσω ότι τελικά δεν ήξερα την μητέρα μου τόσο καλά. Ποια ήταν τι θα μου έλεγε τώρα, θα ήμουν αυτή που είμαι; Ή θα μου άκουσε πίεση να κάνω οικογένεια Όπως έκανε από τα 20 μου! Το έκανε με ένα γλυκό τρόπο σαν να ήξερε… Σαν να ήξερε. Εκείνη μου πέρασε να είμαι σοβαρή με τις σχέσεις μου. Δεν ξέρω ποια θα ήμουν. Σίγουρα όμως ξέρω πώς…. Δεν θα μου έλειπες εσύ. Ο θάνατος συγγενικού προσώπου α’ βαθμού, είναι σαν να σου κόβουν ένα από δάχτυλά του χεριού σου το κοιτάς κάθε μέρα και ξέρεις ότι ποτέ δεν θα αναπληρωθεί. Σου λείπει γιατί σίγουρα και αυτό ήταν χρήσιμο Και ας ήταν το μικρό δαχτυλάκι.

Μου λείπεις αφάνταστα. Έχω τόσο πολλή αγάπη να δώσω που δεν μου φτάνει να σε κοιτώ πλέον στο οστεοφυλάκιο.
Θυμάσαι που είχες βαφτίσει τρία κοριτσάκια. “Τα υιοθέτησα” και είμαι εγώ Η νονά τους τώρα. Τα τρία αυτά υπέροχα πλασματάκια λίγα χρόνια πριν φύγεις εσύ έχασαν τη δική τους μαμά από την ίδια ανίατη ασθένεια. Τώρα είστε σίγουρα μαζί με τη Νάντια, κάθε φορά που περνάμε χρόνο με τα κορίτσια και τις κάνω χαρούμενες σκέφτομαι πόσο χαρούμενες είστε και εσείς από “ψηλά”.
Ναι ήρθαν κάποιοι να μου πουν, έχεις βαφτίσει ήδη ένα κοριτσάκι τα άλλα τρία είναι έξτρα έξοδα. Τι γελοίοι. Τι γελοίοι! Ήξερα ότι όσο τα κορίτσια δεν είχαν κάποιο τίτλο στη ζωή τους πέρα από τον πατέρα. Σχεδόν όλοι οι συγγενείς τους είναι μακριά. Θα μπορούσα όμως να υιοθετήσω τον τίτλο της νονάς, ήμουνα σίγουρη ότι και η μητέρα μου θα ήταν περήφανη για αυτό.
Τώρα σχεδόν μεγάλωσαν οι δυο πάνε λύκειο και η μικρούλα μας γυμνάσιο. Και την αγκαλιά τους δεν την αλλάζω με τίποτα αλλά ακόμα περισσότερο το χαμόγελό τους. Η παρουσία μου είναι εκεί για να τους προστατεύει και το ξέρουν.
Πολλές φορές σκέφτομαι μητέρα αν θα ήσουν περήφανη ή όχι για μένα. Ξέρω ότι δεν πίστευες πολύ στις δυνάμεις μου, μα κάτι σου είχα πει κάποια στιγμή όταν ήμασταν οι δυο μας. Για ένα αστέρι. (….) Θα ήθελα να ήσουν εδώ Ίσως να είχα γλιτώσει πολλές γκάφες που έχω κάνει. Πέρασαν επτά χρόνια… Τα μαθήματα που πήρα ήταν πολλά, ισχυρά, θα τα γράψω σε κάποιο από τα επόμενα άρθρα,διότι αυτό…υποψιάζομαι αυτό θα βγει αρκετά μεγάλο. !
Μαμά να ξέρεις πήρα το πτυχίο μου. Και καθώς έφυγε και ο πατέρας από το σπίτι, άρχισα να κάνω και άλλες σπουδές και διπλώματα. Σαν να άνοιξα τα φτερά μου… Θέλω να ελπίζω ότι ο κόπος μου αυτός θα με προσγειώσει κάπου όμορφα. Το ξέρω ότι υπάρχεις μου το έχεις αποδείξει. Τότε που η φωνή σου Με ξύπνησε, όταν μου φώναξες Όλγα στο αυτί.. ευτυχώς γιατί δεν είχα βάλει ξυπνητήρι. Η πρώτη παρουσίαση ήταν εκείνο το Σάββατο βράδυ των ψυχών, μελετούσα πόσο ισχύ μπορεί να έχει αυτό το βράδυ. Ήμουν περίπου δύο ώρες στο ίντερνετ μελετώντας για τα ψυχοσάββατα, σηκώνομαι για να πάω να ξαπλώσω και την ώρα που κλείνω το φως, ένα καδράκι πέφτει. Ένα καδράκι ακουμπισμένο σε ένα ράφι και άλλα δύο ραφάκια από κάτω κάνει Τούμπα και πέφτει χωρίς λόγο και αιτία χωρίς κάποιο ρεύμα παραθύρου. Μαμά Ξέρω πως κάτι υπάρχει. Ο κύριος ήταν εκεί και εσύ μαζί του. Έκανα παράσταση το καδράκι δεν μπορούσε να πέσει με κανέναν τρόπο και λόγο. Τρόμαξε αρκετά αλλά κοιμήθηκα ήρεμη. Την επόμενη μέρα το σκεφτόμουν συνέχεια.
Το τελευταίο Και το καλύτερο.. πριν χρόνια όταν ακόμα ήμασταν όλοι καλά είχες δώσει την αγαπημένη μου εικόνα της Παναγίας στην εκκλησία. Δεν ήξερες το δέσιμο που είχα εγώ με τη συγκεκριμένη εικόνα. Αντιλαμβάνομαι αρκετό καιρό αργότερα και στεναχωριέμαι πολύ. Δεν σου κράτησα κακία όμως στεναχωρήθηκα πολύ δεν σου κρύβω . γιατί ήξερα ότι δεν το έκανες επίτηδες. Δεν μπορούσα όμως να σου εξηγήσω και τη σχέση. που είχαμε αυτή την εικόνα…
Έτσι λοιπόν ήρθες στο όνειρό μου… Έγιναν διάφορα, και εγώ βρήκα την εικόνα. Στην ίδια εκκλησία Που την είχες αφήσει στην ίδια εκκλησία που είχα πάει και δεν την είχα βρει πουθενά. Πίσω από την εικόνα είχες τα ονόματά μας, δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα από όσα έγιναν. Δεν μπορώ να ξεχάσω όταν μπήκα σε κείνο το μικρό εκκλησάκι να ανάψω ένα κερί όπως μου είχες ζητήσει.. και την βλέπω μπροστά μου….!!! Ω θεέ μου, υπάρχεις!!!! Εγώ Κύριε που αισθάνθηκα πως με πλήγωσες …δεν ήθελα να νιώθω έτσι.. μα μου πήρες τη μητέρα μου, πώς να σε κοιτάω στα μάτια όταν με έχεις πονέσει τόσο… Λοιπόν πίσω από την εικόνα, καινούργια ονόματα γραμμένα. Δεν ξέρω ποιοι είναι οι άνθρωποι δεν ξέρω γιατί πήραν τη συγκεκριμένη εικόνα και την κράτησαν στο σπίτι τους για όλα αυτά τα χρόνια… Δεν τους έψαξα.Ξέρω ότι είχα προσευχηθεί και μέσα μου πίστευα πώς θα την ξανά έβρισκα. Αυτό για μένα ήταν θαύμα.
Έφυγες αλλά δεν έπαψες ποτέ δευτερόλεπτο να μου λείπεις. Τι κι αν μεγάλωσα, σε έχω ακόμα ανάγκη. Η μοναξιά και η απουσία σου δεν παλεύονται. Συνηθίζετε ίσως.. όταν βιώνω δύσκολες στιγμές όμως, σε χρειάζομαι όσο τίποτα άλλο εσένα και μόνο εσένα. Δεν είσαι όμως εδώ. Κάνω στροφή στον εαυτό μου και κοιτάω την Παναγία αυτή την εικόνα, (πού μου έφερες πίσω) για να βρω τη βοήθεια πού Θα μου έδινες εσύ. Τώρα μόνο εγώ και ο Θεός.
Ναι έχω και φίλους. Μα δεν είναι το ίδιο και δεν θα είναι ποτέ το ίδιο.
-όταν συναντάω μεγάλες γυναίκες (….) και μου λένε να σε χαίρεται η μανούλα σου.- όταν βλέπω μικρά κοριτσάκια στο δρόμο (τώρα το ξεπέρασα λίγο) που φωνάζουνε τη λέξη μαμά. Μου θυμίζουν εμάς….τους πρώτους μήνες δάκρυζα μέχρι να το συνηθίσω, ότι δεν θα ξεστομίσω αυτή τη λέξη ξανά.
Αυτές οι δύο συνθήκες είναι ακόμα που δεν τις έχω καταφέρει να μη με λυγίζουν.

Σ’αγαπώ θα μου λείπεις πάντα.
Δέσποινα Βανδή - Καλημέρα Μουσική: Βασίλης Γαβριηλίδης Στίχοι: Νίκος Μωραΐτης Δεν με νοιάζει που έφυγες πια γιατί όλοι μου φεύγουν εμένα, δεν πονάω που θα πάω στην δουλειά και θα 'μαι με μάτια κλαμένα Δεν με νοιάζουν αυτά τα συνήθισα πια μα ένα με πνίγει εμένα που ο ήλιος θα βγει απ'τις γρίλιες θα μπει και δε θα σου πω καλημέρα Γιατί αν δεν έχω να πω σε 'σένα Γιατί αν δεν έχω να πω σε 'σένα δεν γυρίζει η γη, δεν πάει πιο 'κει και δεν ξημερώνει η μέρα.. Γιατί αν δεν έχω να πω σε 'σενα Ναι αν δεν έχω να πω σε 'σενα που έχω ζήσει μαζί την μισή μου ζωή τι κάνω μισή εδώ πέρα; Καλημέρα.. είσαι εσυ, είσαι εσύ για 'μένα... Έχει μάθει με εμένα η καρδιά με φίλους πιο μόνη ακόμα ένας κόσμος τσιγάρα σβηστά και 'γω ο καπνός μες το στόμα δεν με νοιάζουν αυτά τα 'χω ζήσει ξανά μα ένα με λιώνει εμένα που θα 'ρθει το πρωί θα θέλει φωνή και δεν θα σου πω καλημέρα.. Γιατί αν δεν έχω να πω σε 'σένα, δεν γυρίζει η γη, δεν πάει πιο 'κει και δεν ξημερώνει η μέρα.. Γιατί αν δεν έχω να πω σε 'σένα Ναι αν δεν έχω να πω σε 'σένα που έχω ζήσει μαζί την μισή μου ζωή τι κάνω μισή εδώ πέρα; Καλημέρα.. είσαι εσυ, είσαι εσύ για 'μένα...